Μετά την απώλεια

Η ταινία Μήλα (2020) του Χρήστου Νίκου, σε σενάριο του ίδιου και του Σταύρου Ράπτη, μας μεταφέρει σε μια πόλη όπου μια ανεξήγητη επιδημία προκαλεί αιφνίδια αμνησία στους κατοίκους της. Οι άνθρωποι ξεχνούν ποιοι είναι, την ιστορία τους, την ταυτότητά τους. Ο Άρης Σερβετάλης υποδύεται τον Άρη, έναν άνδρα γύρω στα σαράντα (συμπρωταγωνιστούν οι Σοφία Γεωργοβασίλη, Άννα Καλαϊτζίδου και Αργύρης Μπακιρτζής), ο οποίος ακολουθεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασης, σχεδιασμένο για να βοηθήσει όσους δεν αναζήτησε κανείς να χτίσουν μια νέα ζωή από την αρχή. Αγγίζοντας τα όρια της φαντασίας, η ταινία δεν ενδιαφέρεται τόσο για την εξήγηση της επιδημίας όσο για τις ρωγμές που αφήνει ένα τραυματικό γεγονός στον άνθρωπο, στη μνήμη και στην ταυτότητά του.
(Αν δεν έχετε δει την ταινία, στο σημείο αυτό ακολουθούν πολλά στοιχεία της πλοκής.)
Η ταινία λοιπόν εστιάζει σε έναν άνθρωπο στον οποίο η επιδημία φαίνεται να έχει προσβάλει τη μνήμη, την ιστορία και το παρελθόν. Ο Άρης εφόσον δεν τον αναζήτησε κανείς, εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης, όπου οι γιατροί του αναθέτουν συγκεκριμένες δραστηριότητες με στόχο να χτίσει νέες εμπειρίες και μέσα από αυτές, μια «καινούργια ταυτότητα». Για αρκετό διάστημα, εκείνος εκτελεί τις οδηγίες με συνέπεια, καταγράφει όσα του συμβαίνουν και προσπαθεί, σχεδόν μηχανικά, να σταθεί μέσα σε μια ζωή που του δίνεται έτοιμη.
Η καθοριστική ρωγμή στο αφήγημα έρχεται όταν του ανατίθεται μια ιδιαίτερη «οδηγία»: να επισκεφθεί ένα νοσοκομείο με σκοπό να βρει έναν άνθρωπο που θα βρίσκεται στο τέλος της ζωής του, έπειτα να έρθει σε επαφή με τον ίδιο και την οικογένειά του και, τελικά, να παραστεί στην κηδεία του. Σε αυτό το σημείο της πλοκής γίνεται σαφές ότι ο Άρης δεν πάσχει από αμνησία, αλλά από πένθος, ένα πένθος βαρύ, αδιαχείριστο και αδύνατο. Έχοντας χάσει τη σύντροφό του, βιώνει μια απώλεια ανυπόφορη. Νιώθοντας ανήμπορος να τη θρηνήσει, επιλέγει να αποφύγει αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα και στην προσπάθειά του να βρει μια «λύση», μια γιατρειά στο πένθος του, παριστάνει τον άρρωστο, μετατρέποντας τη μνήμη σε σύμπτωμα και τη λήθη σε στρατηγική επιβίωσης.
Μετά την απώλεια, το πένθος έρχεται μοιραία. Η ίδια η λέξη προέρχεται στα ελληνικά από τον παρακείμενο του ρήματος πάσχω (πέπονθα). Ο Φρόυντ, στο κείμενό του Πένθος και Μελαγχολία (1917), περιγράφει το πένθος ως μια φυσιολογική αντίδραση του ψυχισμού στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, μιας ιδεολογίας ή ενός αφηρημένου υποκατάστατου — κάτι στο οποίο το άτομο είχε επενδύσει έντονα συναισθηματικά. Όταν συμβαίνει η απώλεια, το Εγώ χρειάζεται να προχωρήσει σε μια διαδικασία «αποεπένδυσης» της λίμπιντο δηλαδή μια σταδιακή απόσυρση των συναισθηματικών επενδύσεων από το χαμένο πρόσωπο και της σχέσης που διατηρούσε με αυτό. Για τον λόγο αυτό, κατά τη διάρκεια του πένθους, ο εξωτερικός κόσμος χάνει το ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο που πενθεί, και η ψυχική επαναφορά γίνεται βήμα προς βήμα, απαιτώντας χρόνο. Όπως αναφέρει η Κατερίνα Μάτσα στο βιβλίο της Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη (2012), «το πένθος είναι τραυματικό, αλλά αποτελεί έναν ιδιαίτερο τύπο τραυματισμού. Είναι αποχωρισμός και, ακριβέστερα, εργασία πάνω στον αποχωρισμό. Οδυνηρή, αναγκαία, η εργασία του πένθους εγγράφεται μέσα σε μια διάρκεια».
Στην ουσία, η διαδικασία του πένθους απαιτεί μια ψυχική διεργασία παραδοχής της πραγματικότητας της απώλειας, όπου βιώνεται η ίδια η απώλεια και επιχειρείται η προσαρμογή του πενθούντος ατόμου στη νέα κατάσταση. Κατά καιρούς, διάφοροι μελετητές έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν τη διαδικασία αυτή χρησιμοποιώντας διάφορα θεωρητικά μοντέλα με το πιο δημοφιλές μοντέλο να είναι «το μοντέλο των σταδίων», το οποίο περιγράφει πέντε στάδια που διανύει το άτομο μέχρι να ολοκληρωθεί το πένθος. Ωστόσο, το βίωμα του πένθους είναι τόσο πολύπλοκο και τόσο προσωπικό, που καμία θεωρία σταδίων δεν μπορεί να το εξηγήσει ή να το προβλέψει επαρκώς. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει την απώλεια με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, μάλιστα, όλο και περισσότερες έρευνες εγκαταλείπουν την γραμμική και άκαμπτη λογική της θεωρίας των σταδίων και προσεγγίζουν το φαινόμενο ως μια μη γραμμική, προσωπική πορεία, διαφορετική για κάθε άτομο.
Στην ταινία, ο Άρης συνειδητοποιεί ότι η στρατηγική της αποφυγής του πένθους —το να προσποιείται ότι ξεχνά και ότι προχωρά— δεν λειτουργεί. Το πένθος που προσπάθησε να παρακάμψει παραμένει παρόν και δεν του επιτρέπει την ψευδαίσθηση του «πάω παρακάτω». Έτσι, αποφασίζει να επιστρέψει στο σπίτι από το οποίο είχε φύγει κλείνοντας πίσω του την πόρτα χωρίς να πάρει τα κλειδιά, σαν μια πράξη ρήξης με τη φυγή και τις άμυνες που είχε επιστρατεύσει. Η σκηνή κορυφώνεται όταν τον βλέπουμε να καταβάλλει όλη του τη δύναμη —σωματική και ψυχική— για να μπει μέσα, να επιστρέψει εκεί απ’ όπου είχε φύγει και να συνδεθεί εκ νέου με το βίωμα και το παρελθόν του. Γίνεται τότε φανερό ότι, όσο επιτακτική υπήρξε η ανάγκη του να «φύγει», να σβήσει, να ξεχάσει και να γλιτώσει από τον πόνο, άλλο τόσο επιτακτική είναι και η ανάγκη της επιστροφής. Μια επιστροφή που ανοίγει το δρόμο να έρθει σε επαφή με όσα έχει ζήσει και με τα συναισθήματά του.
Το πένθος, λοιπόν, όντως ανοίγει μια πληγή στον ψυχισμό και βιώνεται ως κάτι το τραυματικό. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η διαδικασία του πένθους επιτελεστεί καλώς εχόντων των πραγμάτων; Εξαφανίζεται ποτέ το τραύμα που δημιουργήθηκε; Η Κατερίνα Μάτσα στο βιβλίο της επισημαίνει :«…μπορεί να επουλωθεί σε κάποιο βαθμό, εφόσον η διαδικασία του πένθους ολοκληρωθεί, δεν μπορεί όμως να εξαλειφθεί. Κάτι μένει πάντα, έστω και ως είδος ουλής». Το πένθος, ακόμη και όταν έχει επεξεργαστεί, αφήνει ένα ίχνος, ένα σημάδι το οποίο εγγράφεται στη μνήμη και στον ψυχισμό του ανθρώπου.
Κάτι ακόμα που παρατηρείται σε όλη αυτή τη διαδρομή του Άρη είναι μια έντονη απουσία, ένα κενό. Απουσιάζει το κοινωνικό σώμα το οποίο, παραδοσιακά, συμμετέχει και στηρίζει τον πενθούντα. Άλλωστε, ο Άρης εντάσσεται στο πρόγραμμα «αποκατάστασης» ακριβώς επειδή δεν τον αναζήτησε κανένα συγγενικό ή οικείο του πρόσωπο. Το πένθος, ωστόσο, δεν είναι μόνο μια εσωτερική, ατομική ψυχική διεργασία. Είναι ταυτόχρονα και μια εμπειρία όπου το ατομικό συναντά το κοινωνικό μέσα από τις τελετουργίες, το ξενύχτι δίπλα στον νεκρό, τα μοιρολόγια και την παρουσία των άλλων. Για να μπορέσει να επιτελεστεί, χρειάζεται να μιληθεί, χρειάζεται έναν συνομιλητή/μια συνομιλήτρια.
Αυτό που τελικά καθιστά το πένθος ανεκτό δεν είναι η λήθη, αλλά η δυνατότητα της σύνδεσης, η σύνδεση με τον εαυτό, το βίωμα, τα συναισθήματα, το παρελθόν και τους άλλους. Το πένθος, επομένως δεν ξεπερνιέται ούτε παρακάμπτεται, πάντα κάτι μένει, (είτε επιτελεστεί το πένθος είτε όχι). Όμως, όταν βιωθεί και ειπωθεί, μπορεί, με τον χρόνο, να βρει έναν χώρο μέσα στον ψυχισμό όπου θα παραμένει, τις περισσότερες φορές, όχι ως βάρος, αλλά ως μαρτυρία ότι υπήρξε δεσμός, αγάπη και ζωή.